goodne.ws

καταγγέλλω

G2605 · katangellō · greek · 18 occurrences

to proclaim

ParsingSpellingsCount
V-PAI-3P καταγγέλλουσιν 3
V-PPI-3S καταγγέλλεται καταγγέλλεται, καταγγέλλεται· 3
V-PAI-1S καταγγέλλω 2
V-PAN καταγγέλλειν 2
V-2API-3S κατηγγέλη 1
V-AAI-1P κατηγγείλαμεν 1
V-AAI-3P κατήγγειλαν 1
V-IAI-3P κατήγγελλον 1
V-PAI-1P καταγγέλλομεν 1
V-PAI-2P καταγγέλλετε 1
V-PAP-DPM καταγγέλλουσιν 1
V-PAP-NSM καταγγέλλων 1

G2605 G:V

to proclaim

κατ-αγγέλλω [in LXX: Pro.17:5 A, 2Ma.8:36 2Mac 9:17 * ;] __1. to pro­claim, declare : with accusative of thing(s), Act.3:24 16:21 17:23 ; τ. ἀνάστασιν, Act.4:2; τ. λόγον τοῦ Θ., τ. Κ., Act.13:5 15:36 ; ὁδὸν σωτηρίας, Act.16:17; φῶς, Act.26:23; τ. μυστήριον τοῦ Θ., 1Co.2:1; τ. εὐαγγέλιον, 1Co.9:14; τ. θάνατον τοῦ Κ., 1Co.11:26; pass., ἄφεσις, Act.13:33; ὁ λόγος τοῦ Θ., Act.17:13; ἡ πίστις ὑμῶν, Rom.1:8; with accusative of person(s), of Christ, ὅν, Act.17:3 , Col.1:28 ; τ. Χριστόν, Php.1:17; pass., Php.1:18. __2. to denounce (Xen., al.); (for comparison with ἀγγέλλω, ἀναγ-, ἀπαγ-, see Westc. on 1Jn.1:5; and cf. προ-καταγγέλλω).† (AS)

Language tools

Lexicon: Tyndale Brief lexicon of Extended Strong's, STEPBible.org, CC BY 4.0. Tagged text: STEPBible TAHOT / TAGNT, CC BY 4.0.