goodne.ws

θεραπεύω

G2323 · therapeuō · greek · 44 occurrences

to serve/heal

ParsingSpellingsCount
V-AAI-3S ἐθεράπευσεν ἐθεράπευσεν, ἐθεράπευσεν. 13
V-AAN θεραπεῦσαι θεραπεῦσαι; θεραπεῦσαι.¶ 3
V-API-3S ἐθεραπεύθη ἐθεραπεύθη, 3
V-IPI-3P ἐθεραπεύοντο ἐθεραπεύοντο. ἐθεραπεύοντο· 3
V-PAN θεραπεύειν 3
V-PAP-NSM θεραπεύων 2
V-PAM-2P θεραπεύετε θεραπεύετε, 2
V-PAI-3S θεραπεύει 1
V-RPP-NPF τεθεραπευμέναι 1
V-RPP-DSM τεθεραπευμένῳ· 1
V-RPP-ASM τεθεραπευμένον, 1
V-PPN θεραπεύεσθαι 1
V-PPM-2P θεραπεύεσθε 1
V-PPI-3S θεραπεύεται 1
V-PAP-NPM θεραπεύοντες 1
V-IAI-3S ἐθεράπευεν 1
V-IAI-3P ἐθεράπευον.¶ 1
V-FAI-3S θεραπεύσει 1
V-FAI-1S θεραπεύσω 1
V-APN θεραπευθῆναι, 1
V-API-3P ἐθεραπεύθησαν· 1
V-AAM-2S θεράπευσον 1

G2323 G:V

to serve/heal

θεραπεύω [in LXX for יָשַׁב, etc. ;] __1. to do service, serve : with accusative of person(s), pass., Act.17:25. __2. As medical term, to treat (MM, Exp. , xv), cure, heal : Mat.12:10 , Mrk.6:5 , Luk.6:7 , al.; with accusative of person(s), Mat.4:24 , Mrk.1:34 , al.; before ἀπό, Luk.5:15 6:18 7:21 8:2, 43 ; θ. νόσον (μαλακίαν), Mat.4:23 , al SYN : ἰάομαι (see Field, Notes , 60; MM, Exp. , l.with) (AS)

Language tools

Lexicon: Tyndale Brief lexicon of Extended Strong's, STEPBible.org, CC BY 4.0. Tagged text: STEPBible TAHOT / TAGNT, CC BY 4.0.