goodne.ws

ἀποκτείνω

G0615 · apokteinō · greek · 75 occurrences

to kill

First 60 of 75.

ParsingSpellingsCount
V-AAN ἀποκτεῖναι ἀποκτεῖναι, ἀποκτεῖναι; 17
V-AAI-3P ἀπέκτειναν ἀπέκτειναν, ἀπέκτειναν. 10
V-AAS-3P ἀποκτείνωσιν ἀποκτείνωσιν, ἀποκτείνωσιν. 8
V-APN ἀποκτανθῆναι ἀποκτανθῆναι, ἀποκτανθῆναι. 6
V-FAI-3P ἀποκτενοῦσιν 6
V-API-3P ἀπεκτάνθησαν 4
V-PAS-1P ἀποκτείνωμεν 4
V-AAI-3S ἀπέκτεινεν ἀπέκτεινεν· 2
V-AAP-NSM ἀποκτείνας 2
V-PAP-VSF ἀποκτείνουσα 2
V-PAP-GPM ἀποκτεινόντων ἀποκτεννόντων 2
V-FAI-3S ἀποκτενεῖ 2
V-PPN ἀποκτέννεσθαι 1
V-AAI-2P ἀπεκτείνατε 1
V-PAP-NPM ἀποκτέννοντες. 1
V-PAI-3S ἀποκτέννει, 1
V-FAI-2P ἀποκτενεῖτε 1
V-FAI-1S ἀποκτενῶ 1
V-APS-3P ἀποκτανθῶσιν. 1
V-APP-NSM ἀποκτανθεὶς 1
V-API-3S ἀπεκτάνθη 1
V-AAP-GPM ἀποκτεινάντων 1

G0615 G:V

to kill

ἀπο-κτείνω (also in late forms -κτέννω, Mat.10:28 , a1., LTTr., -κτεννύω, Mrk.12:5 , WH), [in LXX for הָרַג, מוּת ;] to kill : Mat.14:5 , al.; before instr. ἐν (which see), Eph.2:16 , Rev.2:23 , al. Metaphorical: Rom.7:11; τ. ἔχθραν, Eph.2:16; τὸ γράμμα ἀποκτείνει 2Co.3:6 (on the perfective force of this verb, see M, Pr. , 114) (AS)

Language tools

Lexicon: Tyndale Brief lexicon of Extended Strong's, STEPBible.org, CC BY 4.0. Tagged text: STEPBible TAHOT / TAGNT, CC BY 4.0.